Ιστορία

Στο κέντρο σχεδόν του μακεδονικού τριγώνου, που σχηματίζουν το Δίον, η Πίδνα και η Βεργίνα, βρίσκεται ο Κολινδρός, κωμόπολη συνδεδεμένη με τις πιο σημαντικές φάσεις της ελληνικής ιστορίας. Η εξαιρετική στρατηγική του θέση, καθώς ελέγχει την πεδιάδα και τις δυτικές ακτές του Θερμαϊκού, αλλά και την κίνηση των δρόμων που διασχίζουν την Πιερία και τις διαβάσεις προς την Ημαθία, σφράγισε και τη δική του ιστορική πορεία στους αγώνες του Ελληνισμού. 

Η πρώτη μαρτυρία, που φωτίζει το ιστορικό του πρόσωπο, χρονολογείται το 1001, «όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Βασίλειος Β΄ αποκατέστησε το μακεδονικό σύνορο με την ανακατάληψη των πόλεων Βέροια, Κολινδρού, Σερβίων και Εδέσσης[1]. Η επόμενη γραπτή μαρτυρία για τον οικισμό είναι ένα δωρητήριο έγγραφο του 1384 στο οποίο αναφέρεται ως Κάστρον, άγνωστο όμως από πότε κτισμένο.

Ωστόσο, διάφορες παραδόσεις και άλλα στοιχεία (γεωγράφοι, οδοιπορικά, ιστοριογραφία) αλλά και αρχαιολογικά ευρήματα οδηγούν σε ισχυρές εικασίες ότι ο οικισμός ήταν ριζωμένος σε τούτη την περιοχή από πολύ παλαιά. Σύμφωνα μάλιστα με μια ζωντανή παράδοση τον πυρήνα του συνοικισμού συγκρότησαν τον 4ο αι. κάτοικοι της Πύδνας έπειτα από την καταστροφή της πόλης τους ή και τον εξαναγκασμό τους σε μετοικεσία στα μέρη αυτά από τον Αρχέλαο, το βασιλιά της Μακεδονίας.


Την παράδοση αυτή, εξάλλου, ενισχύει η μνημειακή τοπογραφία και ιδίως οι τάφοι της ελληνιστική εποχής- όμοιοι με τους άλλους Μακεδονικούς τάφους, που αποκαλύφθηκαν στην είσοδο της πόλης (1928) και πιο πρόσφατα στην Τσιρικνιά (1χλμ. Β.Α. του Κολινδρού). Επίσης ο γάλλος αρχαιολόγος Heuzey, που επισκέφτηκε τον Κολινδρό το 1858, αξιολόγησε διάφορα ευρήματα και τα ενέταξε χρονολογικά στην ρωμαϊκή περίοδο. 

Σ' αυτό λοιπόν το ιστορικό σταυροδρόμι κτισμένος ο Κολινδρός από τον 4ο ίσως π.χ. αι. - επάνω ή κοντά σε παλαιότερο ιστορικό οικισμό- σμίλεψε την πολιτιστική και ιστορική του φυσιογνωμία και έγραψε σελίδες δόξας και μεγαλείου.

Ιχνογραφώντας με αδρές γραμμές την ιστορική του πορεία θα λέγαμε πως ο μικρός αυτός τόπος υπερασπίστηκε με πάθος την ταυτότητα και την ευγένεια της καταγωγής του, την ιστορική του συνέχεια και τη φυλετική του συνοχή. Έτσι όταν το 1822 ξέσπασε η επανάσταση στην ιερή γη της Μακεδονίας, ο Κολινδρός βρέθηκε στο επίκεντρο του αγώνα. Στη μάχη της Φούντας, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Κολινδρινός κλεφταρματωλός Διαμαντής, οι πολυάριθμες ορδές των Τούρκων αντιμετώπισαν τους γενναίους υπερασπιστές της και τους ανάγκασαν να συμπτυχθούν στην Καστανιά. Η αποφασιστική σύγκρουση έγινε στον Πύργο των Λαζαίων με τραγική κατάληξη για τις ελληνικές δυνάμεις. Τα γεγονότα αυτά καταγράφει ο αγωνιστής του ‘ 21 και συγγραφέας απομνημονευμάτων Ν. Κασομούλης, ο οποίος εγκωμιάζει τη στρατηγική θέση του Κολινδρού.

Ωστόσο, ορόσημο και κορύφωση ηρωισμού αποτέλεσε στην συνέχεια η επανάσταση της 20ης Φεβρουαρίου του 1878. Ο ασίγαστος πόθος της ελευθερίας και η μακρά παράδοση απελευθερωτικών αγώνων για την αποτίναξη του τούρκικου ζυγού οδήγησαν τους κατοίκους στην εξέγερση και στην επίσημη κήρυξη της επανάστασης του Κολινδρού, τη σημασία της οποίας έχει πλέον αποδεχθεί η σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία. 

Ηγετική μορφή της επανάστασης υπήρξε ο αντάρτης επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος. Ως έμπειρος πολέμαρχος καθοδήγησε το αυθόρμητο και γενικό ξέσπασμα των κατοίκων της περιοχής ενάντια στον κατακτητή και έδωσε πρώτος το σύνθημα της θυσίας και του αγώνα πυρπολώντας το επισκοπικό μέγαρο, για να μην πέσουν τα ιερά κειμήλια στα χέρια των Τούρκων, καθώς πλησίαζε η λαίλαπα. Ο τραγικός επίλογος για τους επαναστάτες γράφτηκε στη μονή Αγίων Πάντων, όπου είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα, με προτροπή του Επισκόπου. Αυτός υπήρξε ο τόπος του μαρτυρίου τους, ενώ και ο ίδιος ο Λούσσης μετά από περιπέτειες βρέθηκε πρόσφυγας στον Πειραιά, όπου πέθανε με την πίκρα της αποτυχίας, αλλά με ήρεμη την συνείδηση του ότι έκανε το χρέος του προς την πατρίδα.

Η επανάσταση του Ολύμπου υπήρξε, επίσης, πηγή έμπνευσης και αφετηρία του νέου Μακεδονικού Αγώνα (1904- 1908) που άρχισε να διαγράφετε στον ορίζοντα μετά την ανατροπή του βουλγαρικού οράματος στο συνέδριο του Βερολίνου (1878). Και σ' αυτόν τον αγώνα οι κάτοικοι του Κολινδρού υπακούοντας στην φωνή της συνείδησης τους έδειξαν συγκινητική προθυμία, πήραν ενεργό μέρος και πρόσφεραν κάθε είδους ηθική και υλική στήριξη. Τέλος ύστερα από μακραίωνη δουλεία, στις 17 Οκτωβρίου 1912, ανέτειλε, όπως και σ' όλη την Μακεδονία, και το όνειρο της ευτυχία του μέλλοντος άρχιζε να φαντάζει αληθινό. 

Όμως και στα άλλα ιστορικά προσκλητήρια (Μικρά Ασία, έπος του '40) ο Κολινδρός έχει να καταθέσει τη δική του αγωνιστική συμβολή και παρουσία. Άλλωστε είναι γνώρισμα γενικότερα αυτού του τόπου και της τραγικής μοίρας της Ελλάδας να βρίσκεται στο προσκήνιο της ιστορίας και να αγωνίζεται ακατάπαυστα. 

       
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η, σ. 122